Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Tα σταφύλια της οργής 1ο- Δακρυγόνα και αλληλεγγύη


(Από το ένθετο του Ριζοσπάστη 1/7/2012-άγνωστες στιγμές του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ)

Δακρυγόνα και αλληλεγγύη

Εκείνο το καλοκαίρι του 1932, ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ, κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, απόφοιτος του Γκρότον και του Χάρβαρντ και προερχόμενος από πλούσιο και αριστοκρατικό περιβάλλον, ήταν ο υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος για την προεδρία, με αντίπαλο τον ρεπουμπλικάνο Χέρμπερτ Χούβερ. Αν και ήταν μάλλον συντηρητικών πεποιθήσεων, όταν αναδείχτηκε υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος στο συνέδριο του Σικάγου, η πίεση των καιρών και της βάσης του αμερικάνικου λαού τον έσπρωχναν ήδη προς μία προσωπική εξέλιξη. Θα ερχόταν ο καιρός που τα μέλη του Συνδέσμου της Ελευθερίας, του Χριστιανικού Μετώπου και της οργάνωσης «Η Αμερική Πρώτη» θα τον κατηγορούσαν ότι αυτός, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν κομμουνιστής ή τουλάχιστον συνοδοιπόρος. Τώρα, όμως, οι επικρίσεις της αντίδρασης γίνονταν σε χαμηλούς τόνους, αν γίνονταν.

Η ολοκληρωτική καταστροφή και κατάρρευση έμοιαζε αναπόφευκτη. Ο Δημοκρατικός υποψήφιος έπαιρνε αναφορές από όλη τη χώρα και διαισθανόταν την πιθανότητα της ένοπλης επανάστασης του αμερικανικού λαού, εκτός αν παίρνονταν άμεσα μέτρα για την ανακούφιση από τα τρία σκληρά χρόνια της οικονομικής κρίσης.

Σε συνέντευξη προς τον Εμίλ Γκοβρό, εκδότη και συντάκτη του «Νιου Γιορκ Γκράφικ», ο κυβερνήτης Ρούζβελτ είπε ότι πρότεινε την αναγνώριση της Σοβιετικής Ενωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ηταν αντίθετος στην πολιτική εχθρότητας προς τη Ρωσία που εφάρμοζαν όλες οι κυβερνήσεις από το 1917 και μετά. Ωστόσο, πέρασε γρήγορα στα καυτά θέματα της πατρίδας του.

«Ο λαός μας πρέπει να σταθεί ξανά στα πόδια του», είπε. «Αυτό πρέπει να γίνει σύντομα. Γίνονται όλο και πιο ανήσυχοι. Ερχόμενος από τη Δύση την προηγούμενη εβδομάδα, συζήτησα με έναν παλιό μου φίλο που είναι ιδιοκτήτης ενός μεγάλου δυτικού σιδηροδρόμου. "Φρεντ", τον ρώτησα, "τι λένε οι άνθρωποι εδωπέρα;" Η απάντησή του έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου. "Φρανκ", απάντησε, "λυπάμαι που το λέω, αλλά εδώ μιλάνε συνέχεια για επανάσταση"».

Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είχαν κινητοποιηθεί και τα μονοπώλια είχαν πανικοβληθεί. Πέντε βδομάδες πριν ορκιστεί ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, αφού συγκέντρωσε 7.000.000 ψήφους και πλειοψήφησε σε 42 από τις 48 πολιτείες, στη Γερμανία ανέβηκε στην εξουσία ως εκπρόσωπος των γερμανικών μονοπωλίων ο Αντολφ Χίτλερ. Αμέσως διάλυσε τα συνδικάτα, σχημάτισε μια κυβέρνηση που ελεγχόταν από τα μονοπώλια και είχε ψευτο-φιλεργατική μορφή, κινήθηκε ενάντια σε κάθε οργάνωση του λαού με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστική συνωμοσία. Μέσα σε λίγους μήνες, χιλιάδες συνδικαλιστές, κομμουνιστές, Εβραίοι, σοσιαλιστές, κληρικοί και προοδευτικοί είτε εκτελέστηκαν είτε κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου θρηνούσαν για την έλλειψη ενότητας που είχε φέρει τον Χίτλερ στην εξουσία. Τριάντα χιλιάδες Γερμανοί κομμουνιστές είχαν χάσει τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στον Χίτλερ και την αντίδραση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920.

Οσο κρατούσε ο μακρόχρονος προκαταρκτικός αγώνας ενάντια στην άνοδο του Χίτλερ, πολλοί πίστεψαν ότι η επίθεση των γερμανικών μονοπωλίων θα περιοριζόταν στους κομμουνιστές. Δεν έβλεπαν ότι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Οπως έδειξαν τα γεγονότα, θα ακολουθούσε η δική τους καταστροφή, ο αφανισμός της ελευθερίας όλων των Γερμανών, της κερδισμένης με σκληρούς, μακροχρόνιους αγώνες των συνδικάτων και των εργατών. Η εκστρατεία κοκκινοφοβίας του Χίτλερ που διεξαγόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο και γέμιζε όλες σχεδόν τις γερμανικές εφημερίδες με κατασκοπευτικές ιστορίες και ισχυρισμούς για κομμουνιστικές συνωμοσίες ενάντια στο κράτος, είχε καταστήσει ανίσχυρο τον γερμανικό λαό και του είχε στερήσει την προοπτική της ενότητας. Οι ναζιστικές - μονοπωλιακές δυνάμεις, οι οποίες δήλωναν ότι οι κομμουνιστές ήταν έτοιμοι να καταλάβουν τη χώρα, κράτησαν αυτό το έργο για τον εαυτό τους.

Με ανάλογα μέσα, καθώς και με την ανάλογη υποστήριξη της εργοδοσίας, ο Μουσολίνι είχε καταλάβει την εξουσία στην Ιταλία το 1922. Και οι δύο, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, ο τελευταίος έτοιμος να επιτεθεί στην Αιθιοπία, εποφθαλμιούσαν τη δημοκρατική Ισπανία. Θα ήταν το πρώτο θύμα της συνδυασμένης επιχείρησης «διάσωσης του κόσμου από τον κομμουνισμό» με την ένοπλη κατάκτηση. Οι μισθοί στην Ιταλία και στη Γερμανία έπεσαν σε πρωτόγνωρα χαμηλά επίπεδα, ενώ η εντατικοποίηση και οι ώρες εργασίας ανέβηκαν σε νέα ύψη. Οι πολεμικές βιομηχανίες και των δύο χωρών συσσώρευαν τα υπέρογκα κέρδη τους. Ηταν απαραίτητα τα όπλα και τα πυρομαχικά, έλεγαν οι δύο δικτάτορες, για την αυτοάμυνα απέναντι στη Σοβιετική Ενωση.

Ομως, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο αγωνιζόμενος λαός, αγνοώντας τις όλο και δυνατότερες κραυγές για «κόκκινους», ατσάλωνε την ενότητά του, είχε εκλεγεί ένας δημοκρατικός υποψήφιος. Υπήρχε αισιοδοξία, παρά το γεγονός ότι ο νέος Πρόεδρος, που ορκίστηκε στις 4 του Μάρτη 1933, ανέλαβε τα καθήκοντά του σε μια μέρα που φαινόταν να είναι το ορόσημο της πλήρους οικονομικής κατάρρευσης των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στη διάρκεια του Φλεβάρη του 1933, όταν είχε εκλεγεί ο Ρούζβελτ, αλλά ο Χούβερ βρισκόταν ακόμα στο Λευκό Οίκο, παρατηρήθηκε συρροή αναλήψεων από τις τράπεζες και πολλές απ' αυτές χρεοκόπησαν ή έκλεισαν. Αυτό συνέβη σε όλες τις πολιτείες και ακινητοποίησε το οικονομικό σύστημα της χώρας. Τα χρήματα εξαφανίζονταν. Οι μισθοί δεν μπορούσαν να πληρωθούν. Αγορές δεν μπορούσαν να γίνουν. Τρόφιμα δεν μπορούσαν να αγοραστούν. Επιταγές δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν. Τα τεράστια πλήθη των κατεστραμμένων ανθρώπων φώναζαν, έκλαιγαν και διαδήλωναν μπροστά από σιωπηλές άδειες τράπεζες σε κάθε μεγάλη πόλη. Οι οικονομίες μιας ζωής είχαν χαθεί και δεν ήξεραν πού είχαν πάει. Οι τραπεζίτες, οι στυλοβάτες της κοινωνίας, ομολογούσαν, ή αναγκάζονταν να ομολογήσουν από τα γεγονότα, ότι είχαν χάσει τα χρήματα των καταθετών γιατί είχαν αγοράσει μετοχές της Ουόλ Στριτ και ξένα χρεόγραφα που δεν είχαν καμιά αξία.

Σταδιακά η μία πολιτεία μετά την άλλη, με αρχή από το Μίτσιγκαν και ύστερα το Οχάιο, την Ιντιάνα, το Ιλινόις, τη Νέα Υόρκη, τη Μασαχουσέτη, την Καλιφόρνια, το Τέξας, ανακοίνωσαν το κλείσιμο όλων των τραπεζών, πάγωσαν τα κεφάλαιά τους και απαγόρεψαν τις αναλήψεις. Στις 4 του Μάρτη, όταν ορκίστηκε ο Ρούζβελτ, περίπου τα τρία τέταρτα των πολιτειών είχαν κλείσει όλες τις τράπεζες, είχαν αναστείλει τις αναλήψεις και εφάρμοσαν αυτό που ονομάστηκε «αργία των τραπεζών».

Τα δημοτικά κεφάλαια είχαν παγώσει. Οι δημοτικές υπηρεσίες σταμάτησαν. Τα σχολεία έκλειναν. Σε πολλές περιοχές έμειναν κλειστά για πολλές βδομάδες, εξαιτίας της έλλειψης δημοτικών πόρων. Τα πολυκαταστήματα και τα εργοστάσια, τα μπακάλικα και τα χασάπικα, τα ορυχεία και τα χαλυβουργεία δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους μισθούς, ούτε και να πληρωθούν από τους πελάτες τους. Τα δημοτικά συμβούλια των πόλεων έβγαλαν νέα δικά τους χαρτονομίσματα, μα κανένας δεν ήθελε χαρτιά χωρίς αντίκρισμα.

Οι μεγάλοι της χώρας είχαν ξεσκεπαστεί. Οι υπέρμαχοι των ανοιχτών προσλήψεων είχαν απογυμνωθεί και ο «κόκκινος κίνδυνος» δεν φαινόταν καθόλου επικίνδυνος. Ο πραγματικός κίνδυνος προερχόταν από την Ουόλ Στριτ. Ο παντογνώστης βιομήχανος, ο σπουδαίος χρηματιστής, ο σοφός επιχειρηματίας αποδεικνύονταν ανέντιμοι και ανίκανοι. Δεν ήταν ούτε τίμιοι ούτε σοφοί. Η χώρα είχε πέσει σε τέλμα εξαιτίας της πολιτικής τους.

«Τι χάος βρίσκει μπροστά του ο νέος Πρόεδρος», έλεγαν όλοι εκείνο το μεσημέρι του Μάρτη καθώς πλησίαζαν στα ραδιόφωνα για να ακούσουν την ορκωμοσία του Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ.

Με την πρώτη σχεδόν συλλαβή ήρθε η ανακούφιση. Λίγα λεπτά άρκεσαν να ξαναφέρουν το χαμένο θάρρος. Η σταθερή φωνή παραδεχόταν την πραγματικότητα, έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους, έριχνε τις ευθύνες στους πλούσιους, οι οποίοι είχαν προδώσει το λαό για την αγάπη του κέρδους. «Πρέπει να διώξουμε τους αργυραμοιβούς από το ναό», έλεγε η παράξενα ζωντανή και γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή και οι άνθρωποι πλησίαζαν ακόμα περισσότερο στα ραδιόφωνα για να μη χάσουν καμιά λέξη.

»Πρέπει να μπει τέλος στην κερδοσκοπία με τα χρήματα των άλλων...

»Οι αξίες έπεσαν σε απίθανα χαμηλά επίπεδα, τα μαραμένα φύλλα του δέντρου της βιομηχανικής επιχείρησης κείτονται παντού, οι αγρότες δεν βρίσκουν αγορές για τα προϊόντα τους, οι πολύχρονες αποταμιεύσεις χιλιάδων οικογενειών έχουν χαθεί. Και το σπουδαιότερο, τα πλήθη των άνεργων πολιτών αντιμετωπίζουν οξύτατο το πρόβλημα της ύπαρξης, ενώ άλλοι τόσοι εργάζονται σκληρά και αμείβονται ελάχιστα. Ο πρωταρχικός μεγάλος στόχος μας είναι να δοθεί εργασία στο λαό. Είμαι έτοιμος, στα πλαίσια του συνταγματικού μου δικαιώματος, να προτείνω τα μέτρα που απαιτούνται για ένα πάσχον έθνος μέσα σε έναν πάσχοντα κόσμο».

Ενθουσιασμός κυρίεψε τη χώρα, πλησίαζε το συναίσθημα της ευτυχίας, τις πρώτες μέρες του Νιου Ντιλ (Νέα Πολιτική) καθώς τα νομοσχέδια και οι νόμοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλο, μετά από χρόνια κυβερνητικής απραξίας ως προς το λαϊκό συμφέρον. Σκοπός τους ήταν η αντιμετώπιση του κινδύνου. Ανακούφιση, ανάρρωση, μεταρρύθμιση ήταν οι λέξεις κλειδιά του Νιου Ντιλ. Ξεκίνησαν τεράστια δημόσια έργα στα οποία βρήκαν δουλειά χιλιάδες άτομα. Πρώτα ψηφίστηκε ο νόμος για την έκτακτη ανάγκη στις τράπεζες, ο οποίος ανέστειλε τη λειτουργία κάθε τράπεζας μέχρι να δοθεί άδεια από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή μέχρι να αναδιοργανωθούν υπό ομοσπονδιακή επίβλεψη. Ψηφίστηκαν επειγόντως νόμοι οι οποίοι εμπόδιζαν τις παρερμηνείες και τις απάτες στην πώληση των μετοχών καθώς και τη χρησιμοποίηση χρημάτων τρίτων για κερδοσκοπία από την Ουόλ Στριτ.

Συστάθηκε το Σώμα Προστασίας Πολιτών (CCC), το οποίο παρείχε εργασία στους φτωχούς νέους της χώρας. Ψηφίστηκε ο AAA, ο νόμος για την αγροτική αναπροσαρμογή με σκοπό να βοηθήσει τους δοκιμαζόμενους αγρότες. Ο νόμος για την εθνική βιομηχανική ανάκαμψη, ο NIRA, με την παράγραφο 7(Α) άνοιγε το δρόμο για την ελεύθερη οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα της αρεσκείας τους. Ο νόμος Γουόγκνερ για τις εθνικές εργασιακές σχέσεις εξασφάλιζε για πρώτη φορά το δικαίωμα των μισθωτών για συλλογικές διαπραγματεύσεις καθώς και το δικαίωμα της απεργίας, απαγορεύοντας στους εργοδότες τις εξαναγκαστικές αντισυνδικαλιστικές δραστηριότητες. Ο νόμος, τέλος, για τις δίκαιες εργασιακές αρχές καθόριζε το ανώτατο όριο των ωρών εργασίας και τους κατώτατους μισθούς και ρύθμιζε την παιδική εργασία σε διαπολιτειακό επίπεδο.

Σκοπός του Ρούζβελτ και του Νιου Ντιλ ήταν η διάσωση του απειλούμενου καπιταλιστικού συστήματος. (...)

Από τις πρώτες ενέργειες του Νιου Ντιλ, όπως είπαμε, ήταν η ψήφιση του νόμου για την εθνική βιομηχανική ανάκαμψη, (NIRA), το 1933. Προηγήθηκε η εκστρατεία για την κατάρτιση του νομοσχεδίου, κατά την οποία η χώρα τέθηκε πάλι σε κίνηση μέσα σε ένα γενικό πανδαιμόνιο. Ηταν όμορφη η επιστροφή στη ζωή, η δράση τής έδινε νέο νόημα. Παντού γίνονταν συνεδριάσεις στις οποίες εξαγνισμένοι επιχειρηματίες και ανυπόμονοι εργάτες κατάρτιζαν σχέδια για τα άρθρα του NIRA, ο οποίος θα αποκαθιστούσε και θα ξαναζωντάνευε την αμερικάνικη ζωή.

Η ανάκαμψη της βιομηχανίας επρόκειτο να συντελεστεί μέσα από την αυτοτελή οργάνωση κάθε κλάδου υπό την κρατική επίβλεψη. Προβλεπόταν να εξαλειφθεί ο καταστροφικός ανταγωνισμός, να υιοθετηθούν δίκαιες αρχές και μέθοδοι, να αυξηθεί η αγοραστική δύναμη με την αύξηση των μισθών, να συμφωνηθούν κατώτατα επίπεδα μισθών και ωρών εργασίας. Ομως η καρδιά του νόμου, από την πλευρά της εργατικής τάξης, ήταν η παράγραφος 7(A) η οποία όριζε ρητά ότι επιτρεπόταν στους εργάτες να διεξάγουν συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσω αντιπροσώπων της αρεσκείας τους.

Ο μέσος εργάτης αρχικά είδε τον NIRA σαν μια ευκαιρία να αυξήσει το μισθό του, να βελτιώσει το ωράριο εργασίας και να δημιουργήσει συνδικάτο που θα προστάτευε τα δύο προηγούμενα. Ολοι οι άλλοι κέρδιζαν κάτι από τον NIRA, έλεγε, και αυτός θα ήταν άξιος της τύχης του αν στεκόταν παράμερα και δεν προσπαθούσε να αποκομίσει κάποιο προσωπικό όφελος. Οι εργαζόμενοι στις εφημερίδες και γενικά οι υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι με τους άσπρους γιακάδες που ποτέ πριν δεν είχαν σκεφτεί για συνδικάτα, άρχισαν να αναρωτιούνται αν τα καθαρά τους χέρια και οι άσπροι τους γιακάδες ήταν αρκετή αποζημίωση για την υποχρέωση να λένε πάντα «Μάλιστα, κύριε» σε ό,τι αφορούσε τις ώρες, το μισθό και τις συνθήκες εργασίας.

Οι εργάτες στο αυτοκίνητο, στις βιομηχανίες ηλεκτρικών ειδών, στο λάστιχο, στο γυαλί, στο ναυτικό, στη Γουέστινγκχάους, την RCA και τη Στάνταρντ Οϊλ, στην Τζένεραλ Ελέκτρικ και τη Γιου Ες Στιλ, άρχισαν να αναρωτιούνται αν το «αμερικάνικο σχέδιο», το σύστημα ανοιχτών προσλήψεων που μετέτρεψε τους εργάτες σε άβουλα πλάσματα, ανίσχυρα να διαμορφώσουν μόνα τους τις συνθήκες της ζωής τους, ήταν πραγματικά η μοντέρνα έκδοση του πατριωτισμού.

Ο νόμος τώρα έλεγε ότι ο εργοδότης ήταν υποχρεωμένος να κάνει συλλογικές διαπραγματεύσεις με τα συνδικάτα. Εκατομμύρια εργάτες ξαφνικά αποφάσισαν να φροντίσουν ώστε να γίνει αυτό πραγματικότητα. Η δράση τους έγινε επιτακτική ανάγκη όταν αποδείχτηκε, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ότι οι κατακτήσεις από τον NIRA σχετικά με τους μισθούς και το ωράριο δεν ήταν ικανοποιητικές. Οταν σχηματίστηκαν τα συνδικάτα των εταιριών, τα μέλη τους έμοιαζαν αποφασισμένα να αποκτήσουν τον έλεγχο και να τα μετατρέψουν σε αληθινά συνδικάτα.

Στις απεργιακές γραμμές διεξαγόταν ο πραγματικός αγώνας των εργατών με τους εργοδότες για να αποκτήσει περιεχόμενο η παράγραφος 7(A) του NIRA. Το 1933 κατέβηκαν σε απεργία περισσότεροι από 900.000 εργάτες, τριπλάσιοι από τον προηγούμενο χρόνο, για την αναγνώριση των συνδικάτων και αυξήσεις στους μισθούς. Τα μέλη των συνδικάτων αυξήθηκαν θεαματικά καθώς 775.000 εργάτες προσχώρησαν στις εργατικές οργανώσεις, απ' τους οποίους 500.000 στην AFL, 150.000 σε ανεξάρτητα συνδικάτα και 125.000 στον Συνδικαλιστικό Ενωτικό Συνασπισμό (TUUL). Η τελευταία οργάνωση καθοδήγησε απεργίες στο χάλυβα, το αυτοκίνητο, το κάρβουνο, τη συσκευασία κρέατος και τα ζαχαρότευτλα. Μόνο το 1933 η TUUL οργάνωσε απεργίες 16.000 εργατών στις αυτοκινητοβιομηχανίες του Ντιτρόιτ, 5-6.000 χαλυβουργών στο Αμπριτζ της Πενσιλβάνια και 2.700 συσκευαστών κρέατος στο Πίτσμπουργκ3.

Το κύμα των απεργιών συνεχίστηκε και το 1934, οπότε οι απεργοί έφτασαν τους 1.500.000. Περισσότεροι από 450.000 υφαντουργοί κήρυξαν απεργία όταν δεκαέξι από αυτούς σκοτώθηκαν κατά την περιφρούρηση μιας απεργίας. Το 1935 απέργησαν 1.150.000 για αναγνώριση των συνδικάτων και βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Περίπου 18.000 εργάτες συνολικά σύρθηκαν έξω από τις απεργιακές γραμμές, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Στο διάστημα 1934-1936 ογδόντα οκτώ εργάτες έχασαν τη ζωή τους στη διάρκεια απεργιών.

Ενώ οι εργάτες δολοφονούνταν και συλλαμβάνονταν σε απεργιακές γραμμές, μεγάλα τοπικά συνδικάτα ιδρύονταν στο χάλυβα, την υφαντουργία, το αυτοκίνητο, το γυαλί, το λάστιχο και την ηλεκτρική βιομηχανία. Οι εργάτες δημιούργησαν βιομηχανικά συνδικάτα γιατί ήξεραν ότι ήταν κουτό να διασπούν και να αποδυναμώνουν ένα εργοστασιακό συγκρότημα κατακερματίζοντάς το σε πολλές αντιμαχόμενες συντεχνίες.

Απρόθυμα, η AFL έκανε μέλη της, το 1934 και το 1935, τα μαζικά βιομηχανικά συνδικάτα που δημιουργήθηκαν σχεδόν αυθόρμητα ανταποκρινόμενα στο κάλεσμα της παραγράφου 7(A) του NIRA. Ανήσυχη η παλιά φρουρά της AFL εξέδωσε τους «ομοσπονδιακούς καταστατικούς χάρτες», δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι, μόλις έβρισκαν τον καιρό, τα βιομηχανικά συνδικάτα θα έπρεπε να διαιρεθούν σε συνδικάτα κατά επάγγελμα.

Αυτή δεν ήταν η μόνη τους ανησυχία. Τα νέα τους μέλη, αμέσως μόλις φτιάχτηκαν, σχεδόν πριν καλά-καλά φτιαχτούν, ζήτησαν δράση, απεργίες, αποτελέσματα.
Οργανωτές της AFL στάλθηκαν σε όλη τη χώρα στο Εϊκρον, το Τολέντο, το Γκάρι, το Σικάγο, το Πίτσμπουργκ, το Ντιτρόιτ, το Σαν Φραντσίσκο. Αποστολή τους δεν ήταν η οργάνωση, αλλά η παρεμπόδιση των απεργιών και η αναχαίτιση του χειμάρρου της μαχητικότητας, οπουδήποτε εκδηλωνόταν.


Αυτό ήταν δύσκολη δουλειά, γιατί η επιθετικότητα των εργατών είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Χρειάστηκαν δύο χρόνια σκληρών προσπαθειών για να το πετύχουν, και ακόμα κι όταν η χωρίς προηγούμενο πορεία του κινήματος αναχαιτίστηκε από την παλιά φρουρά της AFL, μέσα στις γραμμές της οργάνωσης ήταν όλο και πιο έντονη η διχογνωμία και οι φωνές υπέρ του βιομηχανικού συνδικαλισμού από εκείνους που έμεναν κατάπληκτοι από την ανικανότητα της AFL να επωφεληθεί της χρυσής ευκαιρίας και να οργανώσει τις μαζικές βιομηχανίες.

Οι εργάτες προσχώρησαν στα ομοσπονδιακά τοπικά συνδικάτα της AFL, τα οποία αυξήθηκαν από 307 το 1932 σε 1.788 το 1934. Τα περισσότερα όμως παραβίαζαν κάθε αρχή και κανόνα της πρακτικής της AFL.

Τα νέα συνδικάτα υιοθέτησαν τις αγωνιστικές μεθόδους της IWW και του Συνδικαλιστικού Ενωτικού Συνασπισμού. Διοργάνωναν μαζικές απεργίες, δημόσιες συγκεντρώσεις και συζητήσεις. Οργάνωναν τις γυναίκες σε βοηθητικά ή ενεργά μέλη για κάθε απεργία. Εκαναν λευκές απεργίες και τεχνητές επιβραδύνσεις της παραγωγής. Διαδήλωναν, τραγουδούσαν, οργάνωναν ομάδες άμεσης επέμβασης που έτρεχαν με γρήγορα αυτοκίνητα οπουδήποτε παρουσιαζόταν ανάγκη.

Εισήγαγαν τη χρήση αυτοκινήτων με μεγάφωνα. Οι οδηγίες μέσα από τους ενισχυτές ακούγονταν σε ολόκληρα τετραγωνικά μίλια και κατεύθυναν τις απεργιακές γραμμές, αλλά και τους ελιγμούς όταν ο στρατός ή η αστυνομία έκανε επίθεση στους διαδηλωτές.

Οι αγωνιστές των νέων συνδικάτων ήταν αμείλικτοι κατήγοροι των αφεντικών. Αγόραζαν χρόνο στο ραδιόφωνο, έβαζαν ολοσέλιδες πληρωμένες καταχωρήσεις στις εφημερίδες, οργάνωναν επιτροπές πολιτών για την υποστήριξη απεργιών, έφεραν στο κοινό και έκαναν κατανοητά τα ζητήματα της κάθε απεργίας. Και πάντοτε συγκαλούσαν μαζικές συνελεύσεις, όπου η ψήφος της πλειοψηφίας ήταν απαραίτητη πριν εφαρμοστεί οποιαδήποτε πολιτική του συνδικάτου, μαζί και οι συμβάσεις.

Σε όλη τη Δ. Βιρτζίνια, την Πενσιλβάνια, το Ιλινόις και το Κεντάκι, ο τώρα αγωνιστής Τζον Λ. Λιούις, πρόεδρος των Ενωμένων Εργατών Ορυχείων, είχε κρεμάσει πανό που έγραφαν: «Ο πρόεδρος Ρούζβελτ θέλει να γραφτείς στο συνδικάτο!». Σε κάθε μεσοδυτική περιοχή προκηρύξεις με το ίδιο μήνυμα εμφανίζονταν στα λουτρά και τα εστιατόρια των εργοστασίων, μεταφέρονταν πάνω στον ιμάντα της παραγωγής, χωμένες στις ρόδες ή σε οποιοδήποτε άλλο εξάρτημα περνούσε από τα χέρια των εργατών.

Στο μεταξύ η μεγάλη επιχείρηση πυροδότησε μια αντισυνδικαλιστική εκστρατεία πρωτοφανών διαστάσεων, καλυμμένη πίσω από το πρόσχημα του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Η έκτασή της φαίνεται από μία αναφορά του Εθνικού Συνδέσμου Βιομηχάνων. Συντάχθηκε από τον Χάρι Α. Μπάλις το 1936 και περιγράφει τους τομείς της προπαγάνδας του Συνδέσμου:

Τύπος - Βιομηχανικό Δελτίο τύπου - φτάνει σε 5.300 εβδομαδιαίες εφημερίδες κάθε εβδομάδα. Υπηρεσία εβδομαδιαίων σκίτσων - στέλνει σκίτσα σε 2.000 εβδομαδιαίες εφημερίδες.

«Ο θείος Αμπνερ λέει» - κόμικ που δημοσιεύεται σε 309 ημερήσιες εφημερίδες με συνολική κυκλοφορία 2.000.000 φύλλα.

«Εσύ και οι υποθέσεις της χώρας σου» - καθημερινά άρθρα διάσημων οικονομολόγων, δημοσιεύονται σε 260 εφημερίδες με συνολική κυκλοφορία πάνω από 4.500.000 φύλλα.

Εμπεριστατωμένο ανακοινωθέν - μηνιαία ανάλυση της βιομηχανικής άποψης, στέλνεται σε όλους τους εκδότες εφημερίδων της χώρας.

Για τους αλλοδαπούς πολίτες - εβδομαδιαία άρθρα μεταφρασμένα στα γερμανικά, ουγγρικά, πολωνικά και ιταλικά. Δημοσιεύονται σε εφημερίδες με συνολική κυκλοφορία περίπου 2.500.000 φύλλα. Πανεθνική διαφήμιση - εξασέλιδες καταχωρήσεις για το «αμερικάνικο σύστημα», 500 εφημερίδες δημοσιεύουν μία ή περισσότερες.

Ραδιόφωνο - «Η αμερικάνικη οικογένεια Ρόμπινσον» - πρόγραμμα που μεταδίδεται σε όλη τη χώρα από 222 σταθμούς μία φορά την εβδομάδα και 176 σταθμούς δύο φορές την εβδομάδα. Ξένη γλώσσα - 1.188 προγράμματα σε έξι γλώσσες από 79 ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Κινηματογράφος - Δύο δεκάλεπτα φιλμ για γενική διανομή. Τα παρακολούθησαν περισσότεροι από 2.000.000 άνθρωποι.

Δημόσιες συγκεντρώσεις - 70 συγκεντρώσεις με 8 επαγγελματίες ομιλητές.

Πληροφοριακή υπηρεσία για τους εργαζόμενους - Φυλλάδια - μια σειρά 25 φυλλαδίων μοιράστηκε σε 11.000.000 εργάτες.

Αφίσες - πάνω από 300.000 σε σειρές των 24 για πινακίδες ανακοινώσεων στα εργοστασιακά συγκροτήματα όλης της χώρας.

Φιλμ - 10 σειρές από διαφάνειες με ήχο για προβολή στα εργοστάσια.

Υπαίθρια διαφήμιση - 60.000 διαφημίσεις στις πινακίδες των δρόμων προγραμματίζονται για το 1937.

Μπροσούρες - «Εσύ και η βιβλιοθήκη της βιομηχανίας» - πάνω από 1.000.000 αντίτυπα σε σειρές από 7 μπροσούρες μοιράστηκαν σε βιβλιοθήκες, κολέγια, επιχειρηματίες, δικηγόρους και εκπαιδευτικούς.

Επιπλέον ο Εθνικός Σύνδεσμος Βιομηχάνων (NAM) μοίρασε χιλιάδες αντίτυπα ενός φυλλαδίου που επαινούσε την απεργοσπαστική μέθοδο που εφαρμόστηκε στη Μόχοκ Βάλεϊ, ενώ αργότερα διένειμε 10.000 αντίτυπα ενός φυλλαδίου με τίτλο: Γίνε μέλος στη CIO και βοήθησε στη δημιουργία μιας Σοβιετικής Αμερικής. Το Εμπορικό Επιμελητήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, με 700.000 μέλη, καταπιάστηκε με προπαγανδιστικές δραστηριότητες ανάλογες σε αριθμό και ποιότητα με εκείνες του NAM.

Το 1934, σε μια άκαρπη προσπάθεια να αποτρέψει τη συνδικαλιστική οργάνωση, η αμερικάνικη βιομηχανία άρχισε να ξοδεύει κάθε χρόνο γύρω στα 80.000.000 δολάρια για τη μίσθωση κατασκόπων. Τα καθήκοντά τους ήταν να δίνουν αναφορές σχετικά με τις δραστηριότητες των εργατών και των συνδικάτων, να συντάσσουν μαύρες λίστες, να στήνουν προβοκάτσιες σε βάρος συνδικαλιστικών στελεχών και να διαλύουν συνδικάτα. Σύμφωνα με τις κατοπινές έρευνες της Επιτροπής Λα Φολέτ της Γερουσίας, οι οποίες άρχισαν το 1936 και είχαν σαν θέμα τους τη μίσθωση της βίας και της κατασκοπείας από τους βιομηχάνους, διακόσια τριάντα γραφεία ντετέκτιβ προμήθευσαν στις μεγαλύτερες κοινοπραξίες της χώρας εκατό χιλιάδες χαφιέδες, οι οποίοι διείσδυσαν και στα 48.000 συνδικάτα της χώρας. Πολλοί από αυτούς έγιναν στελέχη των συνδικάτων, οπότε μετά από υποδείξεις τους η εργοδοσία απέλυσε ένα μεγάλο αριθμό δραστήριων συνδικαλιστών.

Στελέχη της Τζένεραλ Μότορς στις καταθέσεις τους προς την Επιτροπή παραδέχτηκαν ότι είχαν ξοδέψει εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια για χαφιέδες σε μια προσπάθεια να παραβιάσουν, ή να καταστρατηγήσουν, το νόμο για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Για τη μίσθωση χαφιέδων η Τζένεραλ Μότορς είχε πληρώσει 419.850,10 δολάρια μόνο στους Πίνκερτον4 στο διάστημα μεταξύ Γενάρη 1934 και Ιούλη 1936, ενώ συνολικά στα γραφεία πρακτόρων που μίσθωσε το ίδιο διάστημα πλήρωσε 994.855,68 δολάρια. Ανάλογα ποσά για τον ίδιο σκοπό ξοδεύτηκαν από τις Ρέιντιο Κορπορέισον οφ Αμέρικα (RCA), Γουέστινγκχάους Ελέκτρικ, Αλουμίνουμ Κόμπανι οφ Αμέρικα, Κράισλερ, Φάιρστοουν, Στάνταρντ Οϊλ, Νιου Γιορκ Εντισον, Μπέθλεεμ Στιλ, Λίμπι-Οουενς-Φορντ Γκλας Κόμπανι, Γιουνάιτεντ Σου Μασίνερι, Κάρνεγκι-Ιλινόις Στιλ, Γουέστερν Γιούνιον, Κοντινένταλ Καν και άλλες πενήντα από τις σπουδαιότερες αμερικάνικες κοινοπραξίες.

Το 1934 επίσης, σύμφωνα με κατάθεση προς την Επιτροπή Λα Φολέτ, η αμερικάνικη βιομηχανία άρχισε να ξοδεύει εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια για δακρυγόνα, κυνηγετικά όπλα, αυτόματα πιστόλια, τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, βόμβες θρυμματισμού και πολυβόλα με τα οποία αντιμετώπιζε τους εργάτες στη διάρκεια του ογκούμενου κύματος των απεργιών. Ενώ η αμερικάνικη μεγάλη επιχείρηση μιλούσε για την τάξη και το νόμο, για κομμουνιστικές συνωμοσίες, για βία και τρομοκρατία, από την άλλη μεριά πλήρωσε συνολικά 1.040.621,14 δολάρια, στο διάστημα 1933-1936 και σε τρεις μόνο απ' τις πολλές βιομηχανίες κατασκευής οπλισμού, οι οποίες έδιναν τον εξοπλισμό για τους ιδιωτικούς πολέμους των κοινοπραξιών ενάντια στους ίδιους τους εργάτες τους.

Η εταιρία Φέντεραλ Λαμπράτορις άρχισε να εξελίσσεται σε εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση. Ο πρόεδρός της Τζον Ου. Γιανγκ, στην κατάθεσή του προς την Επιτροπή της Γερουσίας είπε ότι ήταν ανθρωπιστής κατά βάθος γιατί πούλησε περισσότερα δακρυγόνα παρά σφαίρες στις κοινοπραξίες, και ήταν «καλύτερο να ρίχνεις δακρυγόνα στον απεργό, παρά να τον σκοτώνεις». Ενθουσιασμένος από την πληθώρα των «ωραίων, ζουμερών απεργιών» ο Γιανγκ έστελνε πωλητές όπου γινόταν απεργία και πάντα έπαιρνε μεγάλες παραγγελίες. Συχνά οι πωλητές έκαναν επιτόπου επίδειξη του προϊόντος, έριχναν δακρυγόνα προς την απεργιακή γραμμή για να φανούν τα αποτελέσματα.

Ο Γιανγκ λάτρευε τις απεργίες. Τις ονόμαζε κομμουνιστικές εξεγέρσεις. Το καλοκαίρι του 1934, ο πετυχημένος πωλητής της εταιρίας Τζόζεφ Μ. Ρους, ξεκίνησε από το Πίτσμπουργκ με μία συλλογή ασφυξιογόνων αερίων και κατάλληλων όπλων. Οι εφημερίδες είχαν αναγγείλει επικείμενη απεργία των ναυτεργατών στο Σαν Φραντσίσκο. Εκτός από τα όπλα, μετέφερε, όπως και όλοι οι πωλητές της Φέντεραλ, αντίτυπα του έργου: Το κόκκινο δίκτυο της Ελίζαμπεθ Ντίλινγκ και φυλλάδια με τίτλο: Η κόκκινη γραμμή του εγκλήματος και των πολιτικών ταραχών. Ισχυριζόταν, όπως και πολλοί άλλοι, πως όλες οι απεργίες οφείλονταν στους κομμουνιστές.

Ο Ρους έφτασε έγκαιρα στο Σαν Φραντσίσκο όπου απεργούσαν οι ναυτικοί. Εκεί έκανε επίδειξη της αξίας του προϊόντος του. Εγραψε στα γραφεία της εταιρίας:

«Το βράδυ της 2ας Ιουλίου ο αρχιφύλακας Μακ Ινέρνι και ο αστυφύλακας Μάιρον Γκέρνι... με ρώτησαν αν θα μπορούσα να τους ακολουθήσω το επόμενο πρωί μαζί με τον εξοπλισμό μου. Είπαν ότι περίμεναν σοβαρές ταραχές και θα το εκτιμούσαν αν συνεισέφερα με την πείρα μου στη χρήση αερίων... θα μπαίναμε στη μάχη με τον εξοπλισμό [των αερίων] και δύο κυνηγετικά όπλα. Δεν περιμέναμε για πολύ. Ταραχές ξέσπασαν νωρίς το πρωί. Τις αντιμετωπίσαμε με βλήματα μικρού βεληνεκούς και χειροβομβίδες...

»Θα ήθελα να προσθέσω ότι στη διάρκεια των ταραχών έριξα ένα βλήμα μεγάλου βεληνεκούς προς την κατεύθυνση μιας ομάδας, το οποίο πέτυχε έναν άντρα και του συνέτριψε το κρανίο, με αποτέλεσμα αργότερα να πεθάνει. Μια και ο νεκρός ήταν κομμουνιστής, δεν αισθάνομαι άσχημα για την πράξη μου, αλλά λυπάμαι που δεν πέτυχα περισσότερους».

Μετά από αυτή την επίδειξη ο Ρους έγραψε: «Ηταν μια επικερδής επιχείρηση για μας. Αμέσως μετά... έφτασαν παραγγελίες για αέρια και πολυβόλα από τη γύρω περιοχή». Και συνέχισε:

«Παρακαλώ να μεταβιβάσετε τις ευχαριστίες μου προς όλα τα μέλη της εταιρίας που έκαναν δυνατή για μας αυτή την επιχείρηση. Τίποτα δεν εμψυχώνει περισσότερο κατά τις εξορμήσεις και το κλείσιμο παραγγελιών από τη σκέψη ότι πίσω μου βρίσκεται σταθερά η εταιρία με το προσωπικό της...

»Θα κάνω το Σαν Φραντσίσκο μόνιμο αρχηγείο μου... Είναι ευχάριστο και πρακτικό να ζεις εδώ...».

Οι βιομήχανοι πέρασαν στην αντεπίθεση, εφαρμόζοντας μια περίτεχνη απεργοσπαστική φόρμουλα γνωστή σαν «φόρμουλα της Μόχοκ Βάλεϊ». Ηταν δημιούργημα του Τζέιμς Ραντ του νεότερου, της εταιρείας Ρέμινγκτον Ραντ. Η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε πλατιά από τον Εθνικό Σύνδεσμο Βιομηχάνων και κύριο στοιχείο της, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις της Επιτροπής Λα Φολέτ, ήταν η απόδοση όλων των απεργιών σε κομμουνιστική συνωμοσία. Αλλα σημεία της ήταν ο πλήρης έλεγχος της τοπικής αστυνομίας, οι ολοσέλιδες δημοσιεύσεις στις εφημερίδες, η γενίκευση της χρήσης ένοπλων πολιτοφυλάκων και επιτροπών πολιτών, η σύσταση «ομάδων νομιμοφρόνων εργαζομένων» και ο εξαναγκασμός των εργατών να επιστρέψουν στις εργασίες τους με τη βοήθεια δακρυγόνων, γκλομπ και πολυβόλων. Η Επιτροπή ανακάλυψε ότι σε όλες τις περιπτώσεις η βία αποδιδόταν σε ταραχοποιούς φερμένους από άλλες πόλεις και σε κόκκινους.

Ταυτόχρονα η Αμερικάνικη Λεγεώνα άρχισε μεγάλη εκστρατεία κατά «της απειλής του κομμουνισμού» κάτω από τις διαταγές του εθνικού διοικητή της, του Φρανκ Ν. Μπελγκράνο του νεότερου, προέδρου των ασφαλιστικών εταιρειών Πασίφικ Νάσιοναλ Φάιερ Ινσούρανς Κόμπανι και Αμέρικαν Σεκιούριτι Ινσούρανς Κορπορέισον και αντιπροέδρου της Μπανκ οφ Αμέρικα Νάσιοναλ Τραστ αντ Σέιβινγκς Ασοσιέισον και της Οκσιντένταλ Λάιφ Ινσούρανς Κόμπανι. Λίγους μήνες πριν την έναρξη της εκστρατείας ενάντια στον κομμουνισμό, ορισμένα πλούσια μέλη της λεγεώνας επισκέφθηκαν το στρατηγό Σμέντλεϊ Μπάτλερ, σύμφωνα με κατάθεση του ίδιου προς την επιτροπή του Κογκρέσου, και του πρότειναν να τον εκλέξουν εθνικό διοικητή της λεγεώνας αν δεχόταν να ηγηθεί φασιστικής πορείας προς την Ουάσιγκτον με σκοπό την εκδίωξη του Ρούζβελτ από την εξουσία και την κατάληψή της από τους φασίστες.

Το 1934 αναβίωσε η Κου Κλουξ Κλαν με αρχηγό τον δρ. Χάιραμ Ου. Εβανς από το Ντάλας. Στόχος της ήταν οι οργανωτές των συνδικάτων, πρόσχημά της η διάσωση του έθνους από τον κομμουνισμό. Τον ίδιο χρόνο οι Φρουροί της Δημοκρατίας, που είχαν από πίσω τους τα εκατομμύρια των εταιρειών πετρελαίου Ατγουότερ Κεντ και Πιου, ξεκίνησαν εκστρατεία κατά των συνδικάτων, του Ρούζβελτ και του κομμουνισμού. Ο Αμερικανικός Σύνδεσμος Ελευθερίας ιδρύθηκε το 1934. Τα μέλη του έλεγχαν επενδύσεις συνολικού ύψους τριάντα εφτά δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σκοπός του ήταν η εδραίωση του συστήματος ανοιχτών προσλήψεων και η καταστροφή του Νιου Ντιλ. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε ήταν η εκστρατεία κατά του κομμουνισμού.

Μία μυστική οργάνωση γνωστή σαν Ειδική Επιτροπή Διασκέψεων, αποτελούμενη από τις δώδεκα μεγαλύτερες κοινοπραξίες της χώρας - τις Τζένεραλ Μότορς, Στάνταρντ Οϊλ οφ Νιου Τζέρσεϊ, Τζένεραλ Ελέκτρικ, Γκουντγίαρ, Γουέστινγκχάουζ, Αμέρικαν Τέλεφον αντ Τέλεγκραφ, Ντιπόν, Γιου Ες Ράμπερ, Μπέθλεεμ, Ιντερνάσιοναλ Χάρβεστερ, Γιου Ες Στιλ και Ιρβινγκ Τραστ - αυτοαναγορεύτηκε στο μυστηριώδες και ανώνυμο γενικό επιτελείο της αντεπίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη και το Νιου Ντιλ. Σε μια προσπάθεια πίεσης προς την κυβέρνηση, ο Ε. Σ. Κάουντρικ, γραμματέας της επιτροπής, έγραψε στον υφυπουργό Εμπορίου, στις 20 του Δεκέμβρη 1935, ότι η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων προς την κυβέρνηση μπορούσε να αποκατασταθεί μόνο αν εκδηλωνόταν «σαφής αντίθεση απέναντι σε μέτρα όπως το νομοσχέδιο των τριάντα ωρών ή το νομοσχέδιο Γουόλς για τις συμβάσεις». Λίγο αργότερα ο ίδιος αξιωματούχος έλαβε άλλη επιστολή του Κάουντρικ με την υπόδειξη ότι «καλό θα ήταν να ανακληθούν και οι έρευνες Λα Φολέτ (για την εργασιακή κατασκοπία)».

Ο Χ. Ου. Αντερσον, αντιπρόεδρος της Τζένεραλ Μότορς και υπεύθυνος προσωπικού, σε γράμμα του προς κάποιο συνάδελφό του της Ειδικής Επιτροπής Διασκέψεων, ο οποίος ανησυχούσε για τη συνδικαλιστική οργάνωση, πρότεινε, σύμφωνα με την Επιτροπή Λα Φολέτ: «Ισως θα μπορούσες να κάνεις χρήση της Μαύρης Λεγεώνας στην περιοχή σου. Μπορεί να σε βοηθήσει».

Η Μαύρη Λεγεώνα, στην οποία αναφερόταν ο Αντερσον της Τζένεραλ Μότορς, ήταν η βόρεια έκδοση της Κου Κλουξ Κλαν. Στη διάρκεια της κρίσης εξαπλώθηκε στις περιοχές του Ντιτρόιτ και του Φλιντ. Τα χίλια και παραπάνω μέλη της ντύνονταν με μαύρες κουκούλες και οπλίζονταν με μαστίγια και ρεβόλβερ. Απήγαγαν δεκάδες εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι οποίοι είχαν διεξαγάγει προσπάθειες για την ίδρυση συνδικάτου στο διάστημα 1934-35, τους μαστίγωσαν, τους βασάνισαν και σκότωσαν τουλάχιστον δέκα, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ήταν κομμουνιστές. Ο κυβερνήτης της Πενσυλβάνια, Τζορτζ Ιρλ, έκανε δημόσια την καταγγελία ότι η Μαύρη Λεγεώνα είχε τη χρηματοδότηση της Ντιπόν του Ντέλαγουερ, της Τζένεραλ Μότορς και των μεγιστάνων του Συνδέσμου της Ελευθερίας.

Σε όλη τη μακρόχρονη ιστορία της «εκστρατείας για κόκκινους», από το 1877 που άρχισε και παρά τις κορυφώσεις της Χέι-μάρκετ, της απεργίας στην Πούλμαν το 1894 και των επιδρομών του Πάλμερ το 1919-20, ποτέ πριν δεν είχαν εμφανιστεί τόσες πολλές οργανώσεις και ποτέ δεν είχαν αφιερωθεί τόσα εκατομμύρια δολάρια όσα τώρα για τη διάλυση του εργατικού κινήματος και τη ματαίωση των μεταρρυθμίσεων με τη δικαιολογία της κομμουνιστικής απειλής. Παρ' όλα αυτά, οι προσπάθειες δεν απέφεραν τους αναμενόμενους καρπούς. Η πλουτοκρατία ενέργησε παρακινδυνευμένα. Από τη μια πλευρά υπήρχε η κυβέρνηση Ρούζβελτ με το Νιου Ντιλ, που αντιτάχτηκε στην κοκκινοφοβία, μια και το ίδιο το Νιου Ντιλ έπεσε πολλές φορές θύμα της. Από την άλλη πλευρά οι μεγιστάνες του πλούτου διέδιδαν φήμες ότι ο Ρούζβελτ ήταν πράκτορας του Κρεμλίνου, πράγμα που στους περισσότερους φαινόταν τελείως γελοίο. Βασικός παράγοντας επιτυχίας της κομμουνιστοφοβίας είναι πάντα η αμέριστη υποστήριξη και η χρησιμοποίηση όλων των μέσων που διαθέτει η κρατική μηχανή. Ομως τα στελέχη του Νιου Ντιλ γνώριζαν ότι ήταν απλά ένα τέχνασμα για να φέρει τη διάσπαση και τη σύγχυση στο λαό.

To 1934 η εργατική αλληλεγγύη, η πολιτική του «ζημία προς έναν είναι υπόθεση όλων», έγινε πρακτική των συνδικάτων όλης της χώρας. Οταν οι απεργοί ενός συνδικάτου δέχονταν την επίθεση της αστυνομίας, όλα τα συνδικάτα εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους και απειλούσαν με γενική απεργία. Αυτό συνέβη πολλές φορές τα χρόνια 1934 και 1935. Συνέβη στο Μιλγουόκι το Φλεβάρη του 1934. Συνέβη στη Μινεάπολη το Μάη του ίδιου χρόνου. Συνέβη στο Πικίν του Ιλινόις. Παντού οι εργάτες έλεγαν στους αστυνομικούς και τους χαφιέδες: «Αν διαλύσετε αυτή την απεργιακή γραμμή, όλα τα συνδικάτα της πόλης Θα κηρύξουν απεργία».

Στο Τολέντο ογδόντα τρία από τα ενενήντα ένα τοπικά συνδικάτα ψήφισαν γενική απεργία όταν χρησιμοποιήθηκε βία ενάντια σε 3.000 απεργούς εργάτες στο μέταλλο. Στην Τερ-Οτ 26.000 εργάτες κήρυξαν σαρανταοχτάωρη γενική απεργία συμπαράστασης στους 600 εργάτες μετάλλου που δέχτηκαν την επίθεση της αστυνομίας. Ομως η μεγαλύτερη εκδήλωση της αλληλεγγύης, και μια από τις μεγαλύτερες απεργίες στην αμερικανική ιστορία, ήταν η γενική απεργία το καλοκαίρι του 1934 που παρέλυσε το Σαν Φραντσίσκο, όταν όλα τα συνδικάτα της πόλης έσπευσαν σε βοήθεια των δοκιμαζόμενων ναυτεργατών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου